Η αλλεργία είναι μια αντίδραση υπερευαισθησίας του ανοσοποιητικού συστήματος σε ουσίες του περιβάλλοντος (αλλεργιογόνα) που είναι αβλαβείς για τους περισσότερους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Αλλεργίας (WAO), τα αλλεργικά νοσήματα προσβάλλουν περίπου το 20–30% του παγκόσμιου πληθυσμού και η συχνότητά τους αυξάνεται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές χώρες. Το κλινικό φάσμα είναι ευρύ — από αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα μέχρι ατοπική δερματίτιδα, τροφική και φαρμακευτική αλλεργία, καθώς και την απειλητική για τη ζωή αναφυλαξία. Η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Αλλεργιολογίας (EAACI) πρόσφατα επέκτεινε την κλασική ταξινόμηση Gell & Coombs σε εννέα τύπους αντιδράσεων υπερευαισθησίας, αντανακλώντας τη σύγχρονη κατανόηση της παθοφυσιολογίας.
Αλλεργία: ορισμός
Η αλλεργία είναι μια κλινικά εκδηλούμενη, ανοσολογικά μεσολαβούμενη αντίδραση υπερευαισθησίας σε ουσίες που οι περισσότεροι άνθρωποι ανέχονται χωρίς πρόβλημα. Οι ουσίες αυτές ονομάζονται αλλεργιογόνα — συνήθως πρωτεΐνες ή πρωτεϊνικά μόρια που βρίσκονται σε γύρεις, ακάρεα, τροφές, φάρμακα, επιθήλια ζώων, δηλητήρια υμενοπτέρων, λάτεξ και μύκητες.
Ο όρος επινοήθηκε το 1906 στη Βιέννη από τον παιδίατρο Clemens von Pirquet, από τις ελληνικές λέξεις άλλος και έργον, για να περιγράψει μια τροποποιημένη αντιδραστικότητα του οργανισμού μετά από επαναλαμβανόμενη έκθεση σε μια ουσία. Πάνω από έναν αιώνα μετά, η αλλεργία παραμένει μια κλινικά οριζόμενη κατάσταση που απαιτεί:
- Αιτιολογική σχέση μεταξύ έκθεσης σε αλλεργιογόνο και εμφάνισης συμπτωμάτων
- Υποκείμενο ανοσολογικό μηχανισμό (συχνότερα IgE-μεσολαβούμενο, αλλά όχι πάντα)
“Ένα θετικό αλλεργικό τεστ δεν σημαίνει πάντα κλινική αλλεργία και ένα αρνητικό δεν την αποκλείει πάντα”
Αυτό είναι κρίσιμο σημείο της σύγχρονης αλλεργιολογίας: η ευαισθητοποίηση (παρουσία ειδικών IgE αντισωμάτων) δεν ταυτίζεται με την κλινική αλλεργία. Η διάγνωση απαιτεί συσχέτιση μεταξύ έκθεσης, κλινικού ιστορικού και αποτελεσμάτων εξετάσεων.
Γιατί εμφανίζεται η αλλεργία: παθοφυσιολογία
Η αλλεργία είναι αποτέλεσμα μίας εσφαλμένα κατευθυνόμενης ανοσολογικής απάντησης σε αβλαβή αντιγόνα του περιβάλλοντος. Στους υγιείς ανθρώπους, το ανοσοποιητικό προστατεύει από παθογόνα (βακτήρια, ιούς, παράσιτα), ενώ ταυτόχρονα ανέχεται διατροφικές πρωτεΐνες και εισπνεόμενα αλλεργιογόνα. Στους αλλεργικούς ασθενείς αυτή η ανοχή αποτυγχάνει — και το ανοσοποιητικό αναπτύσσει φλεγμονώδη απάντηση σε ουσίες που έπρεπε να αγνοεί.
Ο ρόλος της φλεγμονής τύπου 2 (type 2 inflammation)
Τα περισσότερα κλασικά αλλεργικά νοσήματα (αλλεργική ρινίτιδα, άσθμα, ατοπική δερματίτιδα, τροφική αλλεργία, ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες) μοιράζονται μια κοινή ανοσολογική υπογραφή: τη φλεγμονή τύπου 2, που οδηγείται από Th2 λεμφοκύτταρα και τις κυτοκίνες IL-4, IL-5 και IL-13.
Αυτές ενορχηστρώνουν την παραγωγή IgE από τα B-λεμφοκύτταρα, την προσέλκυση και ενεργοποίηση ηωσινοφίλων, την υπερπαραγωγή βλέννης και την αναδιαμόρφωση των ιστών. Η κλινική επιτυχία βιολογικών παραγόντων που στοχεύουν τον IL-4Rα (π.χ. dupilumab) σε πολλαπλά νοσήματα τύπου 2 αναδεικνύει τον κοινό μηχανισμό που υπόκειται αυτών των φαινομενικά διαφορετικών καταστάσεων.
Η υπόθεση του επιθηλιακού φραγμού
Μια κορυφαία σύγχρονη θεωρία για την αύξηση των αλλεργικών νοσημάτων είναι η υπόθεση του επιθηλιακού φραγμού (epithelial barrier hypothesis). Σύμφωνα με αυτή, η έκθεση σε απορρυπαντικά, αέριους ρύπους, μικροπλαστικά, επεξεργασμένες τροφές, όζον και άλλους σύγχρονους περιβαλλοντικούς παράγοντες διαταράσσει τους επιθηλιακούς φραγμούς δέρματος, εντέρου και αναπνευστικού.
Όταν αυτοί οι φραγμοί δεν λειτουργούν σωστά ή εμφανίζουν βλάβη, αλλεργιογόνα, μικρόβια και ερεθιστικές ουσίες διαπερνούν τους ιστούς και ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό προς μια Th2 φλεγμονώδη κατεύθυνση — οδηγώντας στην αύξηση της επίπτωσης ατοπικής δερματίτιδας, τροφικής αλλεργίας, άσθματος, αλλεργικής ρινίτιδας, ηωσινοφιλικής οισοφαγίτιδας και χρόνιας ρινοκολπίτιδας.
“Σύγχρονοι περιβαλλοντικοί παράγοντες βλάπτουν τους επιθηλιακούς φραγμούς και οδηγούν στην αύξηση των αλλεργικών νοσημάτων”
Γενετική προδιάθεση και ατοπία
Η ατοπία είναι η γενετική τάση παραγωγής ειδικών IgE αντισωμάτων έναντι κοινών αλλεργιογόνων του περιβάλλοντος. Η ατοπία είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής για την εμφάνιση κλινικής αλλεργίας — πολλά ατοπικά άτομα δεν αναπτύσσουν ποτέ συμπτώματα.
Το οικογενειακό ιστορικό μετράει: ένα παιδί με έναν αλλεργικό γονέα έχει περίπου διπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, ενώ με δύο αλλεργικούς γονείς ο κίνδυνος αυξάνεται περαιτέρω. Μεταλλάξεις στο γονίδιο της φιλαγγρίνης (FLG) — μια κρίσιμη πρωτεΐνη του δερματικού φραγμού — σχετίζονται ισχυρά με την ατοπική δερματίτιδα και αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης σε τροφική αλλεργία και άσθμα (η ατοπική πορεία).
Σύγχρονη ταξινόμηση των αντιδράσεων υπερευαισθησίας
Η κλασική ταξινόμηση Gell & Coombs (1963) χώριζε τις αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε τέσσερις τύπους (I-IV). Στη Θέση Πρακτικής της EAACI του 2023, μια διεθνής επιτροπή εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής τον Jutel επέκτεινε αυτό το πλαίσιο σε εννέα τύπους, αντανακλώντας την έκρηξη μηχανιστικών δεδομένων και βιοδεικτών των τελευταίων 60 ετών.
Σύγχρονη ταξινόμηση αντιδράσεων υπερευαισθησίας
Επεκτεταμένο πλαίσιο Gell & Coombs — EAACI 2023| Τύπος | Μηχανισμός | Κλινικά παραδείγματα |
|---|---|---|
| Τύπος I | IgE-μεσολαβούμενη ενεργοποίηση μαστοκυττάρων/βασεοφίλων | Αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργικό άσθμα, τροφική αλλεργία, αναφυλαξία, κνίδωση/αγγειοοίδημα |
| Τύπος II | IgG/IgM αντισώματα έναντι αντιγόνων κυτταρικής επιφάνειας | Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία, αντιδράσεις μετάγγισης, φαρμακοεπαγόμενες κυτταροπενίες |
| Τύπος III | Εναπόθεση ανοσοσυμπλεγμάτων | Ορονοσία, αγγειίτιδες, εκ υπερευαισθησίας πνευμονίτιδα |
| Τύπος IVa-c | Μεσολαβούμενος από Τ-λεμφοκύτταρα (Τ1/Τ2/Τ3 απαντήσεις) | Αλλεργική εξ επαφής δερματίτιδα, φαρμακευτικά εξανθήματα, σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS/TEN), DRESS |
| Τύπος V-VI | Διαταραχές επιθηλιακού φραγμού, μεταβολική ανοσορύθμιση | Ατοπική δερματίτιδα, ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, χρόνια ρινοκολπίτιδα |
| Τύπος VII | Άμεση απάντηση σε χημικά (μη ανοσολογική) | Ψευδοαλλεργικές αντιδράσεις σε ΜΣΑΦ, ενεργοποίηση μαστοκυττάρων από οπιοειδή, αντιδράσεις σε σκιαγραφικά |
Στην κλινική πράξη, η σημαντικότερη διάκριση για τον ασθενή παραμένει αυτή μεταξύ άμεσων (Τύπος I) και επιβραδυνόμενων (Τύπος IV) αντιδράσεων. Οι άμεσες εμφανίζονται εντός λεπτών από την έκθεση (κνίδωση, αναφυλαξία)· οι επιβραδυνόμενες αναπτύσσονται ώρες έως ημέρες αργότερα (εξ επαφής δερματίτιδα, φαρμακευτικά εξανθήματα).
“Οι άμεσου τύπου αντιδράσεις μπορει να εμφανιστούν εντός λεπτών από την έκθεση στο αλλεργιογόνο”
Αλλεργιογόνα
Τα αλλεργιογόνα είναι συνήθως πρωτεΐνες ή γλυκοπρωτεΐνες μεγέθους 5-100 kDa. Συχνές πηγές αλλεργιογόνων περιλαμβάνουν:
- Τροφές — γάλα και αυγό στα μικρά παιδιά· φιστίκια, ξηροί καρποί, ψάρια, θαλασσινά, σουσάμι, σιτάρι σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες
- Εισπνεόμενα — γύρεις (ελιά, κυπαρίσσι, αγρωστώδη, περδικάκι), ακάρεα οικιακής σκόνης, μύκητες, επιθήλια ζώων (γάτα, σκύλος, κουνέλι)
- Φάρμακα — β-λακτάμες αντιβιοτικά, ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης), ιωδιούχα σκιαγραφικά, τοπικά αναισθητικά
- Δηλητήρια υμενοπτέρων — μέλισσα, σφήκες
- Άλλα — λάτεξ, επαγγελματικά αλλεργιογόνα, βαφές μαλλιών
Στην Ελλάδα, και ειδικότερα στην Αττική, τα συχνότερα εισπνεόμενα αλλεργιογόνα είναι η γύρη της ελιάς (Μάρτιος-Ιούνιος), του κυπαρισσιού (Ιανουάριος-Μάρτιος), των αγρωστωδών (Απρίλιος-Ιούνιος) και του περδικακιού (Parietaria) — μαζί με τα ακάρεα οικιακής σκόνης, που αναπτύσσονται όλο τον χρόνο στο κλίμα της Αττικής. Η πλήρης εικόνα των αλλεργιογόνων διαφέρει ανάλογα με την περιοχή, το κλίμα και τον τρόπο ζωής.
“Σχεδόν κάθε ξένη πρωτεΐνη μπορεί να γίνει αλλεργιογόνο σε προδιατεθειμένο άτομο”
Αλλεργικά νοσήματα: κλινικό φάσμα
Τα αλλεργικά νοσήματα ορίζονται ανά όργανο ή σύστημα: ο ίδιος ανοσολογικός μηχανισμός εκδηλώνεται διαφορετικά ανάλογα με τον προσβεβλημένο ιστό. Ο ίδιος ασθενής συχνά έχει περισσότερα από ένα αλλεργικά νοσήματα — φαινόμενο γνωστό ως ατοπική πορεία όταν εμφανίζονται στην παιδική ηλικία.
Κύριες κατηγορίες αλλεργικών νοσημάτων
Συχνότερες κατηγορίες αλλεργίας ανά σύστημα| Κατηγορία | Κύρια νοσήματα | Τυπικά αλλεργιογόνα |
|---|---|---|
| Αναπνευστικό | Αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργική επιπεφυκίτιδα, αλλεργικό άσθμα | Γύρεις, ακάρεα, επιθήλια ζώων, μύκητες |
| Δέρμα | Κνίδωση, αγγειοοίδημα, ατοπική δερματίτιδα, εξ επαφής δερματίτιδα | Τροφές, φάρμακα, αλλεργιογόνα επαφής (μέταλλα, αρώματα, βαφές) |
| Τροφές | IgE-μεσολαβούμενη τροφική αλλεργία, σύνδρομο γύρης-τροφής, ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα | Γάλα, αυγό, φιστίκι, ξηροί καρποί, ψάρι, θαλασσινά, σουσάμι, σιτάρι |
| Φάρμακα | Άμεσες (αναφυλαξία, κνίδωση) και επιβραδυνόμενες (εξανθήματα, SJS/TEN, DRESS) αντιδράσεις | β-λακτάμες, ΜΣΑΦ, σκιαγραφικά, αντιεπιληπτικά |
| Δηλητήρια υμενοπτέρων | Μεγάλες τοπικές αντιδράσεις, συστηματική αναφυλαξία | Μέλισσα, σφήκες |
| Συστηματικές | Αναφυλαξία (κάθε αλλεργιογόνο, κάθε οδός έκθεσης) | Τροφές, φάρμακα, λάτεξ, υμενόπτερα, παράγοντες σχετιζόμενοι με άσκηση |
Αλλεργική ρινίτιδα
Η αλλεργική ρινίτιδα είναι το συχνότερο αλλεργικό νόσημα, με εκτιμώμενη συχνότητα 8,5% στα παιδιά και 13,3% στους εφήβους σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Global Asthma Network σε 266.182 συμμετέχοντες. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ρινική συμφόρηση, καταρροή, φταρνίσματα και κνησμό μύτης και υπερώας· συχνά συνυπάρχει με αλλεργική επιπεφυκίτιδα. Στην Αττική, η ανοιξιάτικη έξαρση (Μάρτιος-Ιούνιος) κυριαρχείται από τη γύρη ελιάς και αγρωστωδών. Δείτε επίσης τη θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας και τα ρινικά σπρέι.
Αλλεργικό άσθμα
Το αλλεργικό άσθμα εκδηλώνεται με υποτροπιάζοντα συριγμό, δύσπνοια και βήχα (συχνά νυχτερινό ή σχετιζόμενο με άσκηση). Η αλλεργική ρινίτιδα και το άσθμα συχνά συνυπάρχουν ως «νόσος του ενιαίου αεραγωγού» — ένα μοντέλο που έχει αναγνωριστεί στις κατευθυντήριες οδηγίες ARIA για τη διαχείριση χρόνιων αναπνευστικών νοσημάτων. Λεπτομερής πληροφόρηση για τα συμπτώματα του άσθματος, τους εκλυτικούς παράγοντες, τα εισπνεόμενα φάρμακα και τη σπιρομέτρηση είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο.
Ατοπική δερματίτιδα (έκζεμα)
Η ατοπική δερματίτιδα είναι μια χρόνια, υποτροπιάζουσα φλεγμονώδης δερματοπάθεια που χαρακτηρίζεται από ξηροδερμία, κνησμό και εκζεματικές βλάβες. Είναι το συχνότερο σημείο εκκίνησης της ατοπικής πορείας και σχετίζεται με δυσλειτουργία του επιθηλιακού φραγμού (μεταλλάξεις φιλαγγρίνης) και Th2 φλεγμονή.
Τροφική αλλεργία
Η τροφική αλλεργία μπορεί να εκδηλωθεί άμεσα (κνησμός στο στόμα, κνίδωση, αγγειοοίδημα, γαστρεντερικά συμπτώματα, αναφυλαξία) ή με επιβραδυνόμενη μορφή (ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα). Το σύνδρομο γύρης-τροφής είναι ιδιαίτερα συχνή διασταυρούμενη αντίδραση σε ασθενείς με εποχική αλλεργία στη γύρη.
Φαρμακευτική αλλεργία
Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε φάρμακα ποικίλλουν από ήπια δερματικά εξανθήματα μέχρι απειλητικές για τη ζωή σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS/TEN). Τα συχνότερα ένοχα φάρμακα είναι τα αντιβιοτικά, τα ΜΣΑΦ / ασπιρίνη και τα ιωδιούχα σκιαγραφικά.
Αναφυλαξία
Η αναφυλαξία είναι μια οξεία, δυνητικά θανατηφόρα πολυσυστηματική αλλεργική αντίδραση που απαιτεί άμεση ενδομυϊκή χορήγηση αδρεναλίνης. Τα συχνότερα ένοχα είναι τροφές (στα παιδιά), φάρμακα, δηλητήρια υμενοπτέρων (στους ενήλικες) και λάτεξ. Η αναγνώριση και η αντιμετώπιση του αναφυλακτικού shock είναι καθοριστικής σημασίας για κάθε αλλεργικό ασθενή.
Διάγνωση της αλλεργίας
“Τα αλλεργικά τεστ γίνονται στοχευμένα, ανάλογα με το ιστορικό του ασθενούς”
Η βάση της αλλεργιολογικής διάγνωσης είναι το λεπτομερές κλινικό ιστορικό, που καθορίζει την επιλογή των κατάλληλων αλλεργικών τεστ. Χωρίς στοχευμένο ιστορικό, τα αλλεργικά τεστ παράγουν αποτελέσματα χωρίς νόημα ή και παραπλανητικά — μια συχνή αιτία υπερδιάγνωσης.
Διαγνωστικές μέθοδοι
- Δερματικές δια νυγμού δοκιμασίες (skin prick tests) — πρώτη γραμμή για IgE-μεσολαβούμενες αλλεργίες σε εισπνεόμενα, τροφές, φάρμακα και υμενόπτερα
- Ενδοδερμικές δοκιμασίες (intradermal tests) — επιλεκτική χρήση για φαρμακευτική αλλεργία και αλλεργία στο δηλητήριο υμενοπτέρων
- Δερματικές δοκιμασίες επικόλλησης (patch tests) — για επιβραδυνόμενες αντιδράσεις (εξ επαφής δερματίτιδα, φαρμακευτικά εξανθήματα, ηωσινοφιλικά νοσήματα γαστρεντερικού)
- Ειδική IgE στον ορό — για ασθενείς με εκτεταμένο έκζεμα, δερμογραφισμό ή που δεν μπορούν να διακόψουν αντιισταμινικά
- Μοριακή αλλεργιολογική διάγνωση (CRD) — αναγνώριση της συγκεκριμένης πρωτεΐνης που προκαλεί ευαισθητοποίηση, ιδιαίτερα χρήσιμη σε τροφικές και γυρεϊκές αλλεργίες με διασταυρούμενες αντιδράσεις
- Από του στόματος δοκιμασίες πρόκλησης — gold standard για επιβεβαίωση ή αποκλεισμό τροφικής αλλεργίας σε αμφίβολες περιπτώσεις
- Φαρμακευτικές δοκιμασίες πρόκλησης — για επιβεβαιωμένο αποκλεισμό φαρμακευτικής υπερευαισθησίας σε επιλεγμένες περιπτώσεις
“Δεν υπάρχει ένα μοναδικό τεστ αλλεργίας για τα πάντα”
Η ερμηνεία κάθε αλλεργικού τεστ πρέπει πάντα να γίνεται στο πλαίσιο του ιστορικού του ασθενούς. Η ευαισθητοποίηση χωρίς συμπτώματα είναι συχνή και δεν απαιτεί θεραπεία.
Θεραπεία της αλλεργίας
Η θεραπευτική προσέγγιση των αλλεργικών νοσημάτων στηρίζεται σε τρεις πυλώνες:
- Αποφυγή αλλεργιογόνου — εφικτή σε συγκεκριμένα αλλεργιογόνα (τροφές, φάρμακα, αλλεργιογόνα επαφής)· συχνά αδύνατη για εισπνεόμενα αλλεργιογόνα
- Φαρμακευτική αγωγή — έλεγχος συμπτωμάτων με αντιισταμινικά, ρινικά σπρέι κορτικοστεροειδών, εισπνεόμενα φάρμακα, τοπικά κορτικοστεροειδή, ανταγωνιστές υποδοχέων λευκοτριενίων και βιολογικούς παράγοντες (π.χ. omalizumab, dupilumab) σε σοβαρές περιπτώσεις
- Ανοσοθεραπεία (εμβόλια αλλεργίας) — η μοναδική θεραπεία που τροποποιεί την πορεία της νόσου, με ένδειξη σε αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργικό άσθμα και αλλεργία σε δηλητήρια υμενοπτέρων
Η επιλογή και ο συνδυασμός των θεραπειών εξατομικεύεται με βάση τη βαρύτητα της νόσου, το αλλεργιογόνο, τις συννοσηρότητες και τις προτιμήσεις του ασθενούς.
Πρόληψη της αλλεργίας
Η πρωτογενής πρόληψη των αλλεργικών νοσημάτων παραμένει ενεργό πεδίο έρευνας. Οι σύγχρονες τεκμηριωμένες συστάσεις περιλαμβάνουν:
- Πρώιμη εισαγωγή αλλεργιογόνων τροφών (φιστίκι, αυγό) στη βρεφική διατροφή από τους 4-6 μήνες, ιδιαίτερα σε βρέφη υψηλού κινδύνου
- Προβιοτικά κατά την εγκυμοσύνη και τη γαλουχία μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εκζέματος στα βρέφη (χαμηλής βεβαιότητας στοιχεία)
- Μητρικός θηλασμός για τουλάχιστον 4-6 μήνες
- Αποφυγή περιττής χορήγησης αντιβιοτικών και παρακεταμόλης στη βρεφική ηλικία — και τα δύο έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αλλεργικής ρινίτιδας
- Μείωση της έκθεσης σε καπνό τσιγάρου και ρύπους από κυκλοφορία οχημάτων
- Παρεμβάσεις φροντίδας δέρματος (μαλακτικά) σε βρέφη υψηλού κινδύνου είναι ακόμα υπό διερεύνηση
Συχνές ερωτήσεις για την αλλεργία
Τι είναι η αλλεργία;
Η αλλεργία είναι μια αντίδραση υπερευαισθησίας του ανοσοποιητικού συστήματος σε ουσίες που είναι φυσιολογικά αβλαβείς (αλλεργιογόνα). Όταν το αλλεργικό άτομο εκτεθεί σε ένα αλλεργιογόνο, το ανοσοποιητικό αντιδρά και προκαλεί συμπτώματα — τοπικά (ρινίτιδα, άσθμα, έκζεμα) ή συστηματικά (αναφυλαξία).
Γιατί έχω αλλεργία;
Οι αλλεργίες είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ γενετικής προδιάθεσης (ατοπίας) και περιβαλλοντικών παραγόντων. Δεν υπάρχει ένας μόνος αιτιολογικός παράγοντας· πολλαπλοί παράγοντες — όπως δυσλειτουργία επιθηλιακού φραγμού, σύνθεση μικροβιώματος και περιβαλλοντικές εκθέσεις — καθορίζουν συνολικά αν ένα προδιατεθειμένο άτομο θα αναπτύξει αλλεργία.
Είναι κληρονομική η αλλεργία;
Υπάρχει γενετική συνιστώσα στα αλλεργικά νοσήματα, αλλά δεν κληρονομούνται ως μονογονιδιακό χαρακτηριστικό. Τα παιδιά αλλεργικών γονέων έχουν αυξημένο κίνδυνο αλλεργίας, αλλά η συγκεκριμένη εκδήλωση μπορεί να είναι διαφορετική — για παράδειγμα, ένας γονέας με αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να έχει παιδί με ατοπική δερματίτιδα ή τροφική αλλεργία.
Είναι μεταδοτική (κολλητική) η αλλεργία;
Όχι. Τα αλλεργικά νοσήματα δεν μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Πολύ σπάνια, μια αλλεργία μπορεί να μεταφερθεί στα πλαίσια μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου από αλλεργικό δότη — αλλά αυτό δεν είναι «μετάδοση» με την κλινική έννοια.
Γεννιέται κάποιος αλλεργικός;
Κανείς δεν γεννιέται αλλεργικός. Οι άνθρωποι γεννιούνται με διαφορετική γενετική προδιάθεση, αλλά η ίδια η αλλεργία αναπτύσσεται μετά την ευαισθητοποίηση σε συγκεκριμένα αλλεργιογόνα. Οι αλλεργίες μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία, από τη βρεφική ηλικία μέχρι το γήρας.
Πόσο συχνή είναι η αλλεργία;
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Αλλεργίας (WAO), πάνω από το 20-30% του πληθυσμού παρουσιάζει κάποια μορφή αλλεργικού νοσήματος. Η αλλεργική ρινίτιδα αφορά περίπου 400 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και το άσθμα περίπου 300 εκατομμύρια. Η συχνότητα αυξάνεται σταθερά, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές χώρες.
Ποια η διαφορά αλλεργίας και δυσανεξίας;
Η αλλεργία εμπλέκει το ανοσοποιητικό σύστημα (συνήθως IgE-μεσολαβούμενα) και μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Η δυσανεξία (π.χ. δυσανεξία στη λακτόζη) δεν εμπλέκει ανοσολογικούς μηχανισμούς — αντικατοπτρίζει συνήθως ανεπάρκεια ενζύμου ή μη ανοσολογική ευαισθησία. Οι δύο καταστάσεις διαφέρουν στις εξετάσεις και απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση.
Έχω αλλεργία, τι να κάνω;
Η ασφαλέστερη επιλογή είναι μια εκτίμηση από εξειδικευμένο Αλλεργιολόγο. Ο αλλεργιολόγος θα πάρει λεπτομερές ιστορικό, θα κάνει στοχευμένες αλλεργικές δοκιμασίες, θα ερμηνεύσει τα αποτελέσματα στο κλινικό πλαίσιο και θα προτείνει εξατομικευμένο πλάνο διαχείρισης που περιλαμβάνει αποφυγή, φαρμακευτική αγωγή και — όπου χρειάζεται — ανοσοθεραπεία.
Έχετε συμπτώματα αλλεργίας; Συμβουλευτείτε ειδικό αλλεργιολόγο
Η σωστή διάγνωση και η εξατομικευμένη θεραπεία απαιτούν εξειδικευμένη αλλεργιολογική εκτίμηση. Στο Αλλεργιολογικό Ιατρείο Αθηνών (Αχιλλέως 12, Ηλιούπολη — Αθήνα), εξυπηρετούμε ασθενείς από όλη την Αθήνα και την ευρύτερη Αττική με σύγχρονο διαγνωστικό εξοπλισμό και προσέγγιση βασισμένη σε διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες (EAACI, ARIA, GINA).


