Ανοσοθεραπεία

“Η ανοσοθεραπεία (ή απευαισθητοποίηση) είναι η μοναδική αιτιολογική θεραπεία για τις αλλεργίες που στοχεύει στην ρίζα του προβλήματος και όχι απλώς στην καταστολή των συμπτωμάτων. Μέσω της σταδιακής έκθεσης σε ελεγχόμενες ποσότητες αλλεργιογόνων, το ανοσοποιητικό σύστημα “επανεκπαιδεύεται”, οδηγώντας σε μόνιμη ανακούφιση και πρόληψη της εξέλιξης της αλλεργικής ρινίτιδας σε άσθμα.”

Η Διαδρομή της θεραπείας: Βήμα προς βήμα

1

Διάγνωση & ταυτοποίηση

Η αρχή γίνεται με τη διενέργεια Skin Prick Tests (δερματικά τεστ) για να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τα αλλεργιογόνα που προκαλούν την αντίδραση.

2

Φάση εφόδου (Build-up Phase)

Ξεκινάμε τη χορήγηση της θεραπείας με σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα να αρχίσει να αναπτύσσει ανοχή.

3

Φάση συντήρησης (Maintenance)

Μόλις φτάσουμε στη θεραπευτική δόση, η θεραπεία συνεχίζεται σε σταθερά διαστήματα για 3 έως 5 έτη, εξασφαλίζοντας μόνιμο αποτέλεσμα.

Απευαισθητοποίηση αλλεργιών αναπνευστικού

Για τους ασθενείς που πάσχουν από αλλεργίες του αναπνευστικού, όπως η αλλεργική ρινίτιδα, η επιπεφυκίτιδα και το άσθμα υπάρχουν αρκετές θεραπευτικές προσεγγίσεις διαθέσιμες. Είτε πρόκειται για αντιισταμινικά χάπια ή κολλύρια, είτε για ρινικά σπρέι ή εισπνεόμενα φάρμακα, η συμπτωματική αγωγή συχνά επαρκεί για να περιοριστούν τα συμπτώματα των ασθενών. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει μία σωστή διάγνωση, μία προσεκτική επιλογή φαρμακοθεραπείας, αλλά και να ακολουθούν οι ασθενείς τις ιατρικές οδηγίες.

“Για τη συμπτωματική αντιμετώπιση της αλλεργίας σας, μπορείτε να περιορίζετε την έκθεση σε αλλεργιογόνα, να χρησιμοποιείτε τόσο φαρμακευτικές επιλογές, όσο και μη φαρμακευτικές λύσεις”

Οι παραπάνω επιλογές, όμως, αν και περιορίζουν τις εκδηλώσεις της αλλεργίας, δεν τροποποιούν τη φυσική της πορεία, ούτε τη θεραπεύουν. Συνεπώς, όταν οι ασθενείς σταματούν να λαμβάνουν τα φάρμακα τους, τα συμπτώματα της αλλεργίας επανέρχονται. Παράλληλα, σε περιπτώσεις που τα συμπτώματα είναι έντονα, δεν επαρκούν για τον πλήρη έλεγχο των συμπτωμάτων.

Ανοσοθεραπεία: τι είναι;

Η ειδική ανοσοθεραπεία σε αλλεργιογόνα (ή θεραπεία απευαισθητοποίησης) αποτελεί ότι πιο κοντινό έχουμε στην θεραπευτική προσέγγιση των αλλεργικών νοσημάτων. Πρόκειται για τη χορήγηση -προοδευτικά αυξανόμενης ποσότητας- του αλλεργιογόνου που ευθύνεται για τα συμπτώματα του ασθενούς.

Εν συντομία, η αλλεργία αναπνευστικού εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου αναγνωρίζει ως “εισβολείς” ουσίες που φυσιολογικά είναι αβλαβείς. Αυτές, ονομάζονται αλλεργιογόνα και μπορεί να βρίσκονται σε: γύρεις φυτών (περδικάκι, γρασίδια, ελιά), ακάρεα της οικιακής σκόνης, σπόρια μυκήτων ή ζώα (σκύλος, γάτα, κουνέλι).

Με την απευαισθητοποίηση, το ανοσοποιητικό σύστημα σταδιακά παύει να αναγνωρίζει το υπεύθυνο για τα συμπτώματα αλλεργιογόνο ως επιβλαβές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ανοχή του ασθενούς στο αλλεργιογόνο, ώστε σε επόμενη έκθεση σε αυτό να μην εμφανίζει συμπτώματα.

“Η ανοσοθεραπεία διορθώνει σταδιακά την εκτροπή του ανοσοποιητικού συστήματος, που προκάλεσε την αλλεργία”

Ανοσοθεραπεία σε αεροαλλεργιογόνα: φάσεις, οδοί χορήγησης και πορεία των συμπτωμάτων Εικόνα 1. Ανοσοθεραπεία σε αεροαλλεργιογόνα: φάσεις, οδοί χορήγησης και πορεία των συμπτωμάτων

Η θεραπεία απευαισθητοποίησης πραγματοποιείται σε δύο στάδια (Εικόνα 1):

  • τη φάση έναρξης, όπου σταδιακά αυξάνει η χορηγούμενη ποσότητα αλλεργιογόνου. Η φάση αυτή διαρκεί από λίγες ημέρες, εώς και μερικές εβδομάδες, αναλόγως το είδος της θεραπείας (ενέσιμη ή υπογλώσσια) και το σκεύασμα.
  • τη φάση συντήρησης, όπου χορηγείται σταθερά η μέγιστη δόση του αλλεργιογόνου για το υπόλοιπο διάστημα της θεραπείας.

Ποια είδη ανοσοθεραπείας υπάρχουν;

Υπάρχουν δύο βασικά είδη ανοσοθεραπείας, αναλόγως της οδού διά της οποίας χορηγείται το αλλεργιογόνο:

  • ενέσιμη ή υποδόρια ανοσοθεραπεία αποτελεί την πλέον γνώριμη μορφή, έχοντας εμφανιστεί από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Πραγματοποιείται σε συνεδρίες υποδόριας έγχυσης του αλλεργιογόνου, αρχικά κάθε 1-2 εβδομάδες και εν συνεχεία κάθε τέσσερις.

Μειονέκτημα της υποδόριας ανοσοθεραπείας αποτελεί η ασφάλεια της, καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο αντίδρασης μετά την χορήγηση. Οι αντιδράσεις αυτές, συνήθως είναι σχετικά ήπιας βαρύτητας, με τοπικά ενοχλήματα στο σημείο έγχυσης. Σοβαρότερες, όμως αντιδράσεις, αν και σπανιότερα, είναι πιθανό να συμβούν.

Για το λόγο αυτό η υποδόρια ανοσοθεραπεία πρέπει να πραγματοποιείται σε Αλλεργιολογικό Ιατρείο, όπου ο Αλλεργιολόγος μπορεί να διακρίνει και αντιμετωπίσει εγκαίρως τυχόν αντιδράσεις. Παράλληλα, ο ασθενής θα πρέπει να παραμένει για παρακολούθηση στο Ιατρείο για τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη χορήγηση.

  • υπογλώσσια ανοσοθεραπεία, είναι μια πιο πρόσφατη θεραπεία, έχοντας μπει στην κλινική πράξη τις τελευταίες δεκαετίες. Εφαρμόζεται με τη μορφή σταγόνων ή ταμπλετών υπογλώσσια για 2-3 λεπτά, σε καθημερινή βάση ή κάποιες φορές την εβδομάδα.

Αναπτύχθηκε ως εναλλακτική της υποδόριας (κλασικής) ανοσοθεραπείας, με βασικό πλεονέκτημα την ασφάλεια της, καθώς συνήθως δεν εμφανίζονται παρά μόνο ήπιες τοπικές αντιδράσεις. Για το λόγο αυτό η υπογλώσσια ανοσοθεραπεία μπορεί να γίνεται στο σπίτι.

Υπογλώσσια ή ενέσιμη ανοσοθεραπεία; Ποια είναι καλύτερη;

Η σύντομη απάντηση είναι “εξαρτάται για ποιον ασθενή” (Εικόνα 2). Τα δεδομένα που υπάρχουν δεν αναγνωρίζουν με σαφήνεια την υπεροχή μιας μορφής έναντι της άλλης. Στις μέχρι τώρα μελέτες, διαφαίνεται μια μικρή υπεροχή στην αποτελεσματικότητα της υποδόριας ανοσοθεραπείας έναντι της υπογλώσσιας.

Βασικές διαφορές μεταξύ υπογλώσσιας και υποδόριας ανοσοθεραπείας Εικόνα 2. Βασικές διαφορές μεταξύ υπογλώσσιας και υποδόριας ανοσοθεραπείας

Ωστόσο, κάτι τέτοιο πιθανώς έχει να κάνει και με το πόσο τακτικά ένας ασθενής λαμβάνει την υπογλώσσια θεραπεία του. Η συμμόρφωση στην ενέσιμη ανοσοθεραπεία, από την άλλη, παρακολουθείται στενά από τον Ιατρό. Στην επιλογή της ανοσοθεραπείας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι προτιμήσεις του ασθενούς και η καθημερινότητα του, ώστε να εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη συμμόρφωση.

“Η καλύτερη ανοσοθεραπεία είναι αυτή που έχει προσαρμοστεί ειδικά για τον κάθε ασθενή”

Για παράδειγμα, παράγοντες -μεταξύ άλλων- που θα πρέπει να σταθμίζονται στην επιλογή της ανοσοθεραπείας είναι οι:

  • προτιμήσεις του ασθενούς
  • ευαισθητοποιήσεις του (τόσο ο αριθμός, όσο και το είδος των αλλεργιογόνων)
  • εκθέσεις του στην καθημερινή ζωή
  • συννοσηρότητες (άλλα νοσήματα που πιθανώς υπάρχουν)

Ανοσοθεραπεία για αλλεργική ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα και άσθμα

Η απευαισθητοποίηση αλλεργιών στους ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα / επιπεφυκίτιδα έχει πολλαπλά οφέλη. Προοδευτικά, τα συμπτώματα αρχίζουν να υποχωρούν και να ελέγχονται καλύτερα με τη συμπτωματική αγωγή. Με την επίτευξη ανοχής, ο ασθενής παύει να αντιδρά, όταν έρθει σε επαφή με το αλλεργιογόνο που του προκαλούσε συμπτώματα πριν τη θεραπεία.

Παράλληλα, η πιθανότητα να εμφανιστούν νέες αλλεργίες και να επεκταθεί η εποχή εμφάνισης των συμπτωμάτων ή η βαρύτητα τους ελαττώνεται δραματικά. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την πιθανότητα να εκδηλωθεί άσθμα, η οποία ελαττώνεται σημαντικά.

Γενικά, η πιθανότητα αυτή είναι αυξημένη στους ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα, περισσότερο εάν συνυπάρχει επιπεφυκίτιδα και ακόμη περισσότερο με συγκεκριμένα αλλεργιογόνα, όπως τα ακάρεα.

Η ανοσοθεραπεία αλλεργίας σε ασθενείς με άσθμα έχει σαν αποτέλεσμα την προοδευτική βελτίωση της νόσου. Τα συμπτώματα των ασθενών υποχωρούν σημαντικά, όπως και η ανάγκη χρήσης ανακουφιστικής αγωγής. Επιπλέον, περιορίζεται και η βρογχική υπεραντιδραστικότητα στους ασθενείς αυτούς, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της καθημερινότητας τους. Φυσικά, στην πλειονότητα των ασθενών, όπου συνυπάρχει και αλλεργική ρινίτιδα, τα οφέλη είναι αθροιστικά.

“Η ανοσοθεραπεία αποτελεί την πιο αποτελεσματική λύση για την Αλλεργική ρινίτιδα

Επιπλέον των ασθενών με αλλεργία αναπνευστικού, η ειδική ανοσοθεραπεία έχει σημαντικό ρόλο στους ασθενείς με αλλεργία σε δηλητήριο υμενοπτέρων και πιθανώς σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα (έκζεμα). Για τους ασθενείς με τροφική αλλεργία βρίσκονται σε ανάπτυξη θεραπευτικές προσεγγίσεις, για συγκεκριμένες -όμως- τροφές.

Οι λοιποί ασθενείς με τροφική αλλεργία, οι ασθενείς με αλλεργία σε φάρμακα και αυτοί που εκδηλώνουν άλλα αλλεργικά δερματικά νοσήματα δεν έχουν ένδειξη να υποβληθούν σε ανοσοθεραπεία.

Μπορεί ο καθένας να υποβληθεί σε θεραπεία απευαισθητοποίησης;

Η ειδική ανοσοθεραπεία έχει θέση σε ασθενείς με κλινικά σημαντική ευαισθητοποίηση σε αεροαλλεργιογόνα, οι οποίοι πάσχουν από αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργική επιπεφυκίτιδα ή/και αλλεργικό βρογχικό άσθμα. Μπορεί να υποβληθούν σε αυτήν τόσο ενήλικες, όσο και παιδιά, συνήθως μετά την ηλικία των 5 ετών.

Ωστόσο, δεν έχει κάθε ασθενής, με θετικές δερματικές δοκιμασίες (αλλεργικά τεστ), ένδειξη να υποβληθεί σε ανοσοθεραπεία. Ο προσδιορισμός των κλινικά σημαντικών ευαισθητοποιήσεων είναι κομβικός για την επιτυχή έκβαση της ανοσοθεραπείας. Σε αρκετές περιπτώσεις, μία θετική δερματική δοκιμασία σε ένα αλλεργιογόνο δε σημαίνει απαραίτητα και κλινική αλλεργία σε αυτό. Συνεπώς, τα αποτελέσματα των δερματικών δοκιμασιών με την ενδεικνυόμενη θεραπευτική αγωγή μπορεί να παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις.

“Η θεραπεία απευαισθητοποίησης δεν είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς”

Επιπλέον, ενδεχομένως να συνυπάρχουν ένας ή περισσότεροι παράγοντες που αποτελούν σχετικές ή απόλυτες αντενδείξεις για την έναρξη της ανοσοθεραπείας. Για παράδειγμα, η αλλεργία αναπνευστικού δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με μη ελεγχόμενο άσθμα και σοβαρό περιορισμό της αναπνοής τους.

Τέλος, εάν ο ασθενής παρουσιάζει πολλαπλές ευαισθητοποιήσεις, η αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας δυνατόν να είναι ελαττωμένη. Στις περιπτώσεις αυτές, ο μοριακός έλεγχος με αναζήτηση ανασυνδυασμένων αλλεργιογόνων (components) μπορεί να βοηθήσει σημαντικά.

Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της θεραπείας απευαισθητοποίησης Εικόνα 3. Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της θεραπείας απευαισθητοποίησης

Ποια τα οφέλη και ποιοι οι περιορισμοί της ανοσοθεραπείας;

Η ανοσοθεραπεία αποτελεί μία εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση και ακριβώς έτσι θα πρέπει να εφαρμόζεται (Εικόνα 3). Τα οφέλη της ανοσοθεραπείας είναι -συνοπτικά- τα:

  • περιορίζονται σημαντικά ή πλήρως τα συμπτώματα της αλλεργίας
  • τα αποτελέσματα διατηρούνται μακροχρόνια μετά τη διακοπή της ανοσοθεραπείας
  • διακόπτεται η εμφάνιση νέων ευαισθητοποιήσεων. Συχνά τα συμπτώματα της αλλεργίας αναπνευστικού εμφανίζονται μόνο εποχικά αρχικά, ενώ στην πορεία επεκτείνονται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Αυτό γίνεται καθώς -σταδιακά- τα αλλεργιογόνα στα οποία ένας ασθενής είναι αλλεργικός αυξάνουν. Η ανοσοθεραπεία ανακόπτει αυτή την επέκταση.
  • ελαττώνεται σημαντικά η πιθανότητα να εμφανιστεί άσθμα σε ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα.

Η ειδική ανοσοθεραπεία, έρχεται, όμως και με περιορισμούς. Είναι μια θεραπεία μακροχρόνια, με τη διάρκεια της να κυμαίνεται συνήθως από 3 εώς 5 έτη. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη για αυξημένη συμμόρφωση από την πλευρά του ασθενούς. Η ελαττωμένη συμμόρφωση αποτελεί το συχνότερο λόγο αποτυχίας της θεραπείας απευαισθητοποίησης.

Γιατί να επιλέξετε την Ανοσοθεραπεία;

Τομέας Οφέλους Αποτέλεσμα Θεραπείας

Ρίζα του προβλήματος

Επανεκπαιδεύει το ανοσοποιητικό αντί να καλύπτει απλώς τα συμπτώματα.

Πρόληψη άσθματος

Μειώνει σημαντικά την πιθανότητα εξέλιξης της ρινίτιδας σε αλλεργικό άσθμα.

Μείωση φαρμάκων

Δραστική μείωση ή και πλήρης διακοπή της ανάγκης για αντισταμινικά και κορτιζόνη.

Μόνιμο αποτέλεσμα

Τα οφέλη διατηρούνται για πολλά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Συχνές Ερωτήσεις για την Ανοσοθεραπεία

Πότε αρχίζουν να φαίνονται τα αποτελέσματα της ανοσοθεραπείας; Η βελτίωση των συμπτωμάτων συνήθως ξεκινά μέσα στους πρώτους 6-12 μήνες της θεραπείας. Ωστόσο, η πλήρης και μόνιμη απευαισθητοποίηση απαιτεί τη συμπλήρωση του κύκλου (3-5 έτη) για να διασφαλιστεί ότι το ανοσοποιητικό σύστημα έχει "εκπαιδευτεί" πλήρως.
Μπορεί η ανοσοθεραπεία να προλάβει το αλλεργικό άσθμα; Απολύτως. Η ανοσοθεραπεία είναι η μόνη θεραπεία που έχει αποδεδειγμένη προληπτική δράση. Σταματά την "αλλεργική πορεία", εμποδίζοντας την εξέλιξη μιας απλής αλλεργικής ρινίτιδας σε σοβαρότερες καταστάσεις όπως το βρογχικό άσθμα.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ υπογλώσσιας και ενέσιμης ανοσοθεραπείας; Και οι δύο μέθοδοι είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές. Η ενέσιμη (SCIT) γίνεται στο ιατρείο, ενώ η υπογλώσσια (SLIT) γίνεται στο σπίτι με σταγόνες ή δισκία. Η επιλογή εξαρτάται από το προφίλ του ασθενούς και το συγκεκριμένο αλλεργιογόνο.