Ηωσινόφιλα: τι είναι, φυσιολογικές τιμές και ηωσινοφιλία

Τα ηωσινόφιλα (eosinophils) είναι μια κατηγορία λευκών αιμοσφαιρίων (κοκκιοκύτταρα) με κεντρικό ρόλο στην ανοσολογική απάντηση τύπου 2, στην άμυνα έναντι παρασίτων και στην παθοφυσιολογία των αλλεργικών νοσημάτων. Φυσιολογικά, ο αριθμός τους στο αίμα είναι μικρότερο από 500 κύτταρα/μL (cells/μL), που αντιστοιχεί σε λιγότερο από 5% των συνολικών λευκών αιμοσφαιρίων. Η αύξηση των ηωσινοφίλων πάνω από αυτό το όριο ονομάζεται ηωσινοφιλία (eosinophilia) και μπορεί να οφείλεται σε αλλεργίες, παρασιτώσεις, αυτοάνοσα νοσήματα ή αιματολογικές κακοήθειες. Σύμφωνα με τη διεθνή ταξινόμηση consensus, η υπερηωσινοφιλία (hypereosinophilia) ορίζεται ως αριθμός ηωσινοφίλων πάνω από 1500 cells/μL σε δύο διαδοχικές μετρήσεις σε διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός.

Τι είναι τα ηωσινόφιλα

Τα ηωσινόφιλα είναι κοκκιοκύτταρα (granulocytes) που προέρχονται από πολυδύναμα αρχέγονα κύτταρα του μυελού των οστών. Η διαφοροποίησή τους ελέγχεται κυρίως από τρεις κυτοκίνες: την ιντερλευκίνη 3 (IL-3), την ιντερλευκίνη 5 (IL-5) και τον αυξητικό παράγοντα αποικιών κοκκιοκυττάρων-μακροφάγων (GM-CSF). Η IL-5 θεωρείται ο κεντρικός ρυθμιστής, καθώς είναι απαραίτητη τόσο για την ωρίμανση όσο και για την επιβίωση και ενεργοποίηση των ηωσινοφίλων.

Μορφολογικά τα ηωσινόφιλα χαρακτηρίζονται από τον πυρήνα τους με δύο λοβούς (δίλοβος πυρήνας) και τα πολλαπλά κοκκία που περιέχουν. Λόγω του έντονου ροζ χρώματος που παίρνουν τα κοκκία αυτά μετά την έκθεση σε μία χρωστική (ηωσίνη) έλαβαν και το όνομα τους (Εικόνα 1).

Μορφολογία ηωσινοφίλου — δίλοβος πυρήνας και ηωσινόφιλα κοκκία (Εικόνα: allos-ergon.gr)

Κοκκιακές πρωτεΐνες και μεσολαβητές

Τα κοκκία των ηωσινοφίλων περιέχουν τέσσερις κύριες κυτταροτοξικές πρωτεΐνες:

  • MBP (major basic protein) — η κυριότερη πρωτεΐνη των κοκκίων, τοξική για παράσιτα αλλά και για το βρογχικό επιθήλιο
  • ECP (eosinophil cationic protein) — με ριβονουκλεασική και κυτταροτοξική δράση
  • EDN (eosinophil-derived neurotoxin) — νευροτοξική δράση και αντιιϊκές ιδιότητες
  • EPO (eosinophil peroxidase) — παραγωγή τοξικών μεταβολιτών οξυγόνου

Πέρα από τις κοκκιακές πρωτεΐνες, τα ηωσινόφιλα παράγουν κυτοκίνες (IL-4, IL-5, IL-13, TGF-β), χημειοκίνες, λευκοτριένια (κυρίως LTC4) και προσταγλανδίνες, μέσω των οποίων ασκούν δραστικό ή ρυθμιστικό ρόλο στη φλεγμονή.

Τα ηωσινόφιλα ενεργοποιούνται σε παρασιτικές συνήθως λοιμώξεις, σε αλλεργικές αντιδράσεις ή νοσήματα αλλά και σε άλλες νόσους. Υπάρχουν δε περιπτώσεις, όπου η ενεργοποίηση των ηωσινοφίλων στα πλαίσια μιας ανοσολογικής αντίδρασης μπορεί να είναι επιβλαβής.

Ρόλος των ηωσινοφίλων στην άμυνα και την ομοιόσταση

Για δεκαετίες, τα ηωσινόφιλα θεωρούνταν κυρίως «κύτταρα καταστροφής» με ρόλο αποκλειστικά στην αντιπαρασιτική άμυνα και τη φλεγμονή. Σύγχρονα δεδομένα δείχνουν ότι έχουν σημαντικά πιο πολύπλευρο ρόλο:

Αντιπαρασιτική και αντιμικροβιακή άμυνα — Τα ηωσινόφιλα αποτελούν βασικό μηχανισμό άμυνας έναντι ελμίνθων (παρασιτικών σκωλήκων), αλλά πρόσφατα δεδομένα δείχνουν συμμετοχή τους και στην αντιμυκητιασική, αντιβακτηριακή και αντιιϊκή ανοσία.

Ομοιόσταση ιστών — Τα ηωσινόφιλα συμβάλλουν στη φυσιολογική λειτουργία οργάνων, ιδιαίτερα του γαστρεντερικού σωλήνα, του θύμου αδένα και του λιπώδους ιστού, ρυθμίζοντας τοπικές ανοσολογικές αντιδράσεις.

Ανοσορύθμιση — Μέσω της έκκρισης κυτοκινών, τα ηωσινόφιλα μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία Τ-λεμφοκυττάρων, Β-λεμφοκυττάρων, δενδριτικών κυττάρων και μαστοκυττάρων.

Ηωσινόφιλα: φυσιολογικές τιμές

Οι φυσιολογικές τιμές των ηωσινοφίλων στο αίμα είναι κάτω από 500 κύτταρα ανά μικρόλιτρο (cells/μL ή cells/mm³). Αυτές συνήθως αντιστοιχούν σε λιγότερο από 5% του συνόλου των λευκών αιμοσφαιρίων (white blood cells, WBC).

“Ο απόλυτος αριθμός των ηωσινοφίλων (και όχι το ποσοστό) χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και κατάταξη της ηωσινοφιλίας”

Φυσιολογικά τα ηωσινόφιλα προέρχονται από το μυελό των οστών, όπου ωριμάζουν και εν συνεχεία διέρχονται στο αίμα. Εκεί παραμένουν για λίγες ώρες (μέχρι 8-12) και εν συνεχεία εγκαθίστανται στους ιστούς για 1-2 εβδομάδες περίπου.

Τα ηωσινόφιλα συγκεντρώνονται φυσιολογικά σε ιστούς σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον, όπως ο γαστρεντερικός βλεννογόνος, το αναπνευστικό σύστημα και το δέρμα. Αντίθετα, φυσιολογικά απουσιάζουν από:

  • Εγκέφαλο (δεν διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό)
  • Καρδιά
  • Ήπαρ και νεφρούς
  • Οστά

Ηωσινόφιλα και αλλεργικά νοσήματα

Τα ηωσινόφιλα αποτελούν βασικά κύτταρα-τελεστές (effector cells) στα αλλεργικά νοσήματα. Σε ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργικό άσθμα ή ατοπική δερματίτιδα, η ενεργοποίηση Th2-λεμφοκυττάρων οδηγεί σε αυξημένη παραγωγή IL-5, η οποία με τη σειρά της προκαλεί ηωσινοφιλία στο αίμα και διήθηση ηωσινοφίλων στους ιστούς-στόχους.

Παθοφυσιολογία ηωσινοφιλικής φλεγμονής στην αλλεργία

Μηχανισμός ενεργοποίησης ηωσινοφίλων σε αλλεργικά νοσήματα
1

Έκθεση σε αλλεργιογόνο

Εισπνοή γύρης, ακάρεων ή τριχώματος — ενεργοποίηση δενδριτικών κυττάρων

2

Ενεργοποίηση Th2-κυττάρων

Τα Th2-λεμφοκύτταρα παράγουν IL-4, IL-5 και IL-13

3

Δράση IL-5

Η IL-5 αυξάνει την παραγωγή, ωρίμανση, επιβίωση και ενεργοποίηση των ηωσινοφίλων

4

Ηωσινοφιλική διήθηση

Τα ηωσινόφιλα μεταναστεύουν στους ιστούς-στόχους (βρόγχοι, ρινικός βλεννογόνος, δέρμα)

5

Ιστική βλάβη

Απελευθέρωση MBP, ECP και λευκοτριενίων → φλεγμονή, βρογχόσπασμος, αναδιαμόρφωση ιστού (remodeling)

Στο βρογχικό άσθμα, ο αριθμός των ηωσινοφίλων στα πτύελα και στο αίμα συσχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσου και τον κίνδυνο παροξύνσεων. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα ηωσινόφιλα αίματος χρησιμοποιούνται ως βιοδείκτης (biomarker) για την ταυτοποίηση του ηωσινοφιλικού φαινοτύπου άσθματος και για την επιλογή ασθενών που θα ωφεληθούν από βιολογικές θεραπείες.

Ηωσινόφιλα: χαμηλά επίπεδα στο αίμα

Χαμηλότερα από το φυσιολογικό επίπεδα ηωσινοφίλων (ηωσινοπενία, eosinopenia) μπορεί να εμφανιστούν στα πλαίσια διαφόρων νοσημάτων ή και ακόμα χωρίς υποκείμενη νόσο.

Ειδικότερα, ελαττωμένα ηωσινόφιλα στο αίμα μπορεί να εμφανιστούν σε:

  • οξείες λοιμώξεις ή φλεγμονές
  • στρες, αλλά και άλλες καταστάσεις με υπερπαραγωγή γλυκοκορτικοειδών (κορτιζόνη) στον οργανισμό
  • σύνδρομο Cushing
  • συστηματικό ερυθηματώδη λύκο
  • ακρομεγαλία
  • φαρμακευτική αγωγή με γλυκοκορτικοειδή (κορτιζόνη), βιολογικούς παράγοντες έναντι της ιντερλευκίνης 5 (IL-5) ή του υποδοχέα της (mepolizumab, benralizumab, reslizumab) που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του σοβαρού άσθματος.

Τα ηωσινόφιλα σε χαμηλά επίπεδα θα πρέπει να διερευνώνται εξατομικευμένα, καθώς δεν οφείλονται πάντα σε υποκείμενη νόσο.

Τι είναι η ηωσινοφιλία

Η ηωσινοφιλία (eosinophilia) είναι η κατάσταση στην οποία ο αριθμός των ηωσινοφίλων είναι αυξημένος. Η αύξηση αυτή μπορεί να εντοπίζεται στο αίμα (ηωσινοφιλία ορού) ή σε κάποιο όργανο ή ιστό (ιστική ηωσινοφιλία). Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα κριτήρια consensus (Valent et al., 2022), ο απόλυτος αριθμός των ηωσινοφίλων — και όχι το ποσοστό — χρησιμοποιείται για την κατάταξη.

Ταξινόμηση ηωσινοφιλίας Βάσει απόλυτου αριθμού ηωσινοφίλων στο αίμα
ΚατηγορίαΗωσινόφιλα (cells/μL)Κλινική σημασία
Ήπια ηωσινοφιλία 500 – 1500 Συχνή σε αλλεργίες, ατοπική δερματίτιδα, αλλεργική ρινίτιδα
Μέτρια ηωσινοφιλία 1500 – 5000 Απαιτεί διερεύνηση — παρασιτώσεις, φάρμακα, αυτοάνοσα
Σοβαρή ηωσινοφιλία Πάνω από 5000 Κίνδυνος οργανικής βλάβης — επείγουσα διερεύνηση
Υπερηωσινοφιλία (HE) Πάνω από 1500 (×2 μετρήσεις, απόσταση ≥1 μηνός) Ορισμός κατά consensus — απαιτεί ταξινόμηση σε πρωτοπαθή, δευτεροπαθή ή ιδιοπαθή

Σύμφωνα με τη σύγχρονη ταξινόμηση, η υπερηωσινοφιλία διακρίνεται σε:

  • Πρωτοπαθή (κλωνική): τα ηωσινόφιλα είναι κλωνικά κύτταρα, π.χ. σε μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα με αναδιατάξεις PDGFRA, PDGFRB ή FGFR1
  • Δευτεροπαθή (αντιδραστική): οφείλεται σε υποκείμενη νόσο που διεγείρει την παραγωγή ηωσινοφίλων (αλλεργίες, παρασιτώσεις, αυτοάνοσα, λεμφώματα)
  • Ιδιοπαθή: δεν ανευρίσκεται κλωνικό ή αντιδραστικό αίτιο

Όταν η υπερηωσινοφιλία συνοδεύεται από ηωσινοφιλο-σχετιζόμενη οργανική βλάβη, τίθεται η διάγνωση του υπερηωσινοφιλικού συνδρόμου (hypereosinophilic syndrome, HES).

Ηωσινόφιλα: αίτια αύξησης στο αίμα

Αυξημένα ηωσινόφιλα στο αίμα μπορεί να εμφανίζονται σε πολλά νοσήματα. Αναλόγως της βαρύτητας της ηωσινοφιλίας, τα πιθανά αίτια διαφέρουν:

Συχνά αίτια ήπιας ηωσινοφιλίας (500–1500 cells/μL):

Αίτια μέτριας-σοβαρής ηωσινοφιλίας (πάνω από 1500 cells/μL):

  • Παρασιτώσεις — ιδίως ελμινθιάσεις (ασκαρίδωση, αγκυλοστομίαση, τοξοκαρίαση, στρογγυλοειδίαση)
  • Αυτοάνοσα νοσήματα — ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση με πολυαγγεΐτιδα (EGPA, πρώην σύνδρομο Churg-Strauss)
  • Ηωσινοφιλικές γαστρεντερικές διαταραχές — ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα, εντερίτιδα
  • Κακοήθειες — ηωσινοφιλική λευχαιμία, λέμφωμα Hodgkin, μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα με αναδιατάξεις PDGFRA/PDGFRB/FGFR1
  • Μαστοκυττάρωση — συχνά συνυπάρχει ηωσινοφιλία, ιδιαίτερα σε συστηματικές μορφές
  • Κληρονομική α-τρυπτασαιμία — γενετικά καθοριζόμενη αύξηση βασικής τρυπτάσης που μπορεί να συνοδεύεται από ηωσινοφιλία

Η ηωσινοφιλία μπορεί να απαιτήσει μία εκτεταμένη διερεύνηση, προκειμένου να αποκλειστούν ή να επιβεβαιωθούν τα πιθανά αίτια της.

Διαγνωστική προσέγγιση ηωσινοφιλίας

Η διερεύνηση της ηωσινοφιλίας εξαρτάται από τη βαρύτητα και τα συνοδά συμπτώματα. Μια συστηματική προσέγγιση περιλαμβάνει:

1. Λεπτομερές ιστορικό — Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε ιστορικό αλλεργίας ή ατοπίας, ταξιδιωτικό ιστορικό (παρασιτώσεις), φαρμακευτική αγωγή, δερματικά ή αναπνευστικά συμπτώματα και γαστρεντερικά ενοχλήματα.

2. Εργαστηριακός έλεγχος πρώτης γραμμής:

  • Γενική αίματος με απόλυτο αριθμό ηωσινοφίλων
  • Βιοχημικός έλεγχος (ηπατικός, νεφρικός)
  • CRP, ΤΚΕ (δείκτες φλεγμονής)
  • Ολική IgE (αυξημένη σε αλλεργίες, παρασιτώσεις, ατοπία)
  • Παρασιτολογική εξέταση κοπράνων (αν υπάρχει κλινική υποψία)
  • Τρυπτάση ορού (για αποκλεισμό μαστοκυττάρωσης)

3. Αλλεργιολογικός έλεγχοςΔερματικές δοκιμασίες νυγμού (skin prick tests) ή/και ειδική IgE στον ορό, για την αξιολόγηση αλλεργικού υποστρώματος.

4. Ειδικός έλεγχος σε σοβαρή ή εμμένουσα ηωσινοφιλία — Βιοψία μυελού οστών, κυτταρογενετικός έλεγχος (PDGFRA, PDGFRB, FGFR1), τρυπτάση, βιταμίνη Β12 ορού, CT θώρακος/κοιλίας, καρδιακός έλεγχος (τροπονίνη, υπερηχοκαρδιογράφημα), ανάλογα με τα κλινικά ευρήματα.

Ηωσινοφιλία: συμπτώματα

Πολύ συχνά, σε μικρή αύξηση των ηωσινοφίλων, δεν υπάρχουν συμπτώματα και η ηωσινοφιλία αποτελεί τυχαίο εύρημα σε μία γενική αίματος. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, συνήθως όταν τα ηωσινόφιλα είναι σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ο αυξημένος αριθμός τους προκαλεί φλεγμονή και κατ’ επέκταση βλάβη σε κάποιο όργανο. Αν και βλάβη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε όργανο, συνήθως συχνότερα προσβάλλονται η καρδιά, το δέρμα, οι πνεύμονες και το νευρικό σύστημα.

Τα συμπτώματα, συνεπώς, που εμφανίζονται διαφέρουν αναλόγως το όργανο το οποίο εμφανίζει την ηωσινοφιλική φλεγμονή. Έτσι, εάν έχουν προσβληθεί οι πνεύμονες μπορεί να υπάρχει δύσπνοια και συριγμός, εάν προσβληθεί το δέρμα διάφορα εξανθήματα κοκ.

Παράλληλα, υπάρχουν συγκεκριμένες ηωσινοφιλικές διαταραχές ανάλογα με την εντόπιση της ηωσινοφιλικής φλεγμονής. Τέτοιες είναι η ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα, εντερίτιδα ή κολίτιδα (γαστρεντερικό), η ηωσινοφιλική πνευμονία και η ηωσινοφιλική καρδιομυοπάθεια.

Θεραπευτική αντιμετώπιση της ηωσινοφιλίας

Η αντιμετώπιση εξαρτάται από το υποκείμενο αίτιο:

Αλλεργική ηωσινοφιλία — Η αντιμετώπιση του υποκείμενου αλλεργικού νοσήματος (αποφυγή αλλεργιογόνου, αντιισταμινικά, ρινικά κορτικοστεροειδή, εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή, ανοσοθεραπεία) συνήθως αρκεί.

Παρασιτική ηωσινοφιλία — Αντιπαρασιτική αγωγή (αλβενδαζόλη, ιβερμεκτίνη) ανάλογα με το παθογόνο.

Γλυκοκορτικοειδή — Αποτελεσματικά στη γρήγορη μείωση των ηωσινοφίλων, αλλά με σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε μακροχρόνια χρήση.

Βιολογικοί παράγοντες (anti-IL-5 θεραπείες) — Στο σοβαρό ηωσινοφιλικό άσθμα και σε επιλεγμένες μορφές υπερηωσινοφιλικού συνδρόμου, χρησιμοποιούνται βιολογικοί παράγοντες που στοχεύουν την IL-5 ή τον υποδοχέα της:

  • Mepolizumab (anti-IL-5) — εγκεκριμένο για σοβαρό ηωσινοφιλικό άσθμα, EGPA και υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο
  • Benralizumab (anti-IL-5Rα) — προκαλεί σχεδόν πλήρη εξάλειψη των ηωσινοφίλων μέσω αντισωματοεξαρτώμενης κυτταροτοξικότητας (ADCC)
  • Reslizumab (anti-IL-5) — ενδοφλέβια χορήγηση σε σοβαρό ηωσινοφιλικό άσθμα

Imatinib — Θεραπεία εκλογής σε μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα με αναδιατάξεις PDGFRA ή PDGFRB, με εντυπωσιακή ανταπόκριση.

Πότε πρέπει να απευθυνθείτε σε αλλεργιολόγο

Εάν στη γενική αίματος εμφανίζονται αυξημένα ηωσινόφιλα, ιδιαίτερα αν συνοδεύονται από αλλεργικά συμπτώματα (ρινίτιδα, βήχα, δύσπνοια, εξανθήματα, κνίδωση), η αξιολόγηση από ειδικό αλλεργιολόγο είναι σημαντική για τη σωστή διερεύνηση. Στο αλλεργιολογικό ιατρείο στην Ηλιούπολη πραγματοποιούνται αλλεργικές δοκιμασίες (skin prick tests), μέτρηση ειδικής IgE και πλήρης αξιολόγηση για την αναζήτηση του αιτίου της ηωσινοφιλίας και τον σχεδιασμό εξατομικευμένης θεραπείας.

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνουν αυξημένα ηωσινόφιλα στη γενική αίματος;

Αυξημένα ηωσινόφιλα (πάνω από 500 cells/μL) σημαίνουν ηωσινοφιλία (eosinophilia). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ήπια ηωσινοφιλία (500–1500 cells/μL) οφείλεται σε αλλεργικά νοσήματα, όπως αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργικό άσθμα ή ατοπική δερματίτιδα. Ωστόσο, σε μέτρια ή σοβαρή ηωσινοφιλία (πάνω από 1500 cells/μL), θα πρέπει να αποκλειστούν παρασιτώσεις, αυτοάνοσα νοσήματα, φαρμακευτικές αντιδράσεις ή αιματολογικές κακοήθειες.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές ηωσινοφίλων;

Οι φυσιολογικές τιμές ηωσινοφίλων στο αίμα είναι μικρότερο από 500 κύτταρα ανά μικρόλιτρο (cells/μL), που αντιστοιχεί συνήθως σε λιγότερο από 5% των λευκών αιμοσφαιρίων. Σημαντικό: η αξιολόγηση γίνεται με βάση τον απόλυτο αριθμό (absolute eosinophil count) και όχι μόνο το ποσοστό, καθώς το ποσοστό μπορεί να είναι παραπλανητικό σε ασθενείς με λευκοκυττάρωση ή λευκοπενία.

Είναι επικίνδυνη η ηωσινοφιλία;

Η ήπια ηωσινοφιλία (500–1500 cells/μL) είναι σπάνια επικίνδυνη και αντιμετωπίζεται με τη θεραπεία του υποκείμενου αιτίου. Ωστόσο, σοβαρή ηωσινοφιλία (πάνω από 5000 cells/μL) ή παρατεταμένη υπερηωσινοφιλία (πάνω από 1500 cells/μL) μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε όργανα — ιδιαίτερα στην καρδιά (ηωσινοφιλική μυοκαρδίτιδα), τους πνεύμονες, το δέρμα και το νευρικό σύστημα — και χρειάζεται επείγουσα διερεύνηση.

Τα ηωσινόφιλα σχετίζονται πάντα με αλλεργία;

Όχι. Αν και τα αλλεργικά νοσήματα είναι το συχνότερο αίτιο ήπιας ηωσινοφιλίας, υπάρχουν πολλές μη αλλεργικές αιτίες, όπως παρασιτώσεις, αυτοάνοσα νοσήματα (ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση με πολυαγγεΐτιδα / EGPA), μαστοκυττάρωση, αιματολογικές κακοήθειες και φαρμακευτικές αντιδράσεις. Γι’ αυτό η αξιολόγηση πρέπει να είναι συστηματική.

Τι είναι οι anti-IL-5 βιολογικοί παράγοντες;

Οι anti-IL-5 βιολογικοί παράγοντες (mepolizumab, benralizumab, reslizumab) είναι μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν την ιντερλευκίνη 5 (IL-5) ή τον υποδοχέα της. Η IL-5 είναι η κεντρική κυτοκίνη για την παραγωγή, ωρίμανση και ενεργοποίηση των ηωσινοφίλων. Αυτές οι θεραπείες χρησιμοποιούνται στο σοβαρό ηωσινοφιλικό άσθμα, σε ηωσινοφιλικά νοσήματα και στο υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο, προκαλώντας σημαντική μείωση ή πλήρη εξάλειψη των ηωσινοφίλων.

Βιβλιογραφία

  1. Gigon L, Fettrelet T, Yousefi S, Simon D, Simon HU Eosinophils from A to Z. Allergy. 2023. DOI ↗
  2. Valent P, Klion AD, Roufosse F, Simon D, Metzgeroth G, Leiferman KM, et al. Proposed refined diagnostic criteria and classification of eosinophil disorders and related syndromes. Allergy. 2023. DOI ↗
  3. Helbig G, Klion AD Hypereosinophilic syndromes — An enigmatic group of disorders with an intriguing clinical spectrum and challenging treatment. Blood Reviews. 2021. DOI ↗
  4. Gazzinelli-Guimaraes PH, Jones SM, Voehringer D, Mayer-Barber KD, Samarasinghe AE Eosinophils as modulators of host defense during parasitic, fungal, bacterial, and viral infections. Journal of Leukocyte Biology. 2024. DOI ↗